παραβατικός


παραβατικός
παρα-βατικός, ή, όν, zur Parabase gehörig. Zur Übertretung gehörig

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παραβατικός — ή, όν, Α [παραβατός] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή είναι διατεθειμένος σε παράβαση, σε αθέτηση 2. αυτός που ανήκει ή ο σχετικός με την παράβαση τής αρχαίας αττικής κωμωδίας. επίρρ... παραβατικῶς Α φρ. «παραβατικῶς ἔχω τινός» είμαι… …   Dictionary of Greek

  • παραβατικά — παραβατικός disposed to transgress neut nom/voc/acc pl παραβατικά̱ , παραβατικός disposed to transgress fem nom/voc/acc dual παραβατικά̱ , παραβατικός disposed to transgress fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατικώτερον — παραβατικός disposed to transgress adverbial comp παραβατικός disposed to transgress masc acc comp sg παραβατικός disposed to transgress neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατικόν — παραβατικός disposed to transgress masc acc sg παραβατικός disposed to transgress neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατικήν — παραβατικός disposed to transgress fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατικῶς — παραβατικός disposed to transgress adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατικῷ — παραβατικός disposed to transgress masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατικώτεραι — παραβατικός disposed to transgress fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.